Σατωβριάνδος: Θέλω με όλη μου την καρδιά να είναι ο Φανός το μαγεμένο νησί της Καλυψώς.
Στις πύλες της Αδριατικής, δηλαδή μεταξύ του ακρωτηρίου Οτράντο στην Ιταλία και της Λιγκέτα στην Αλβανία.
Ήμουν εκεί, στα σύνορα της ελληνικής αρχαιότητας και τα όρια της λατινικής. Ο Πυθαγόρας, ο Αλκιβιάδης, ο Σκιπίωνας, ο Καίσαρας, ο Πομπήιος, ο Κικέρων, ο Αύγουστος, ο Οράτιος, ο Βιργίλιος, είχαν περάσει από αυτή τη θάλασσα. Πόσο διαφορετικές τύχες δεν άφησαν όλα αυτά τα διάσημα πρόσωπα στα άστατα αυτά κύματα! Κι εγώ, σκοτεινός ταξιδιώτης, περνώντας πάνω από τα σβησμένα ίχνη των πλοίων που μετέφεραν τους μεγάλους άνδρες της Ελλάδας και της Ιταλίας, πήγαινα να βρω τις Μούσες στην πατρίδα τους· αλλά δεν είμαι ο Βιργίλιος και οι θεοί δεν κατοικούν πια στον Όλυμπο.
Προχωρούσαμε προς το νησί Φανός. Σε ορισμένους αρχαίους χάρτες φέρει, μαζί με τον σκόπελο Μερλέρα, το όνομα Οθωνοί ή Καλυψώ. Ο Ντ’ Ανβίλ φαίνεται να το δηλώνει με αυτό το όνομα, και ο κ. Λεσεβαλιέ στηρίζεται στην αυθεντία αυτού του γεωγράφου για να βρει στον Φανό τον τόπο όπου ο Οδυσσέας έκλαψε τόσον καιρό την πατρίδα του.
Ο Προκόπιος παρατηρεί κάπου στο Υπέρ των πολέμων λόγοι ότι αν πάρουμε για το νησί της Καλυψώς ένα από τα νησάκια που περιστοιχίζουν την Κορφού [σημ. Κέρκυρα], τότε η αφήγηση του Ομήρου καθίσταται αληθοφανής. Όντως, μια σχεδία θα αρκούσε τότε για να περάσει από αυτό το νησί στη Σχερία (Κόρκυρα ή Κορφού)· αλλά αυτό εγείρει μεγάλες αντιρρήσεις. Ο Οδυσσέας φεύγει με ούριο άνεμο· και, μετά από δεκαοκτώ μέρες πλεύση, αντικρίζει τη στεριά της Σχερίας που υψώνεται σαν ασπίδα πάνω από τα κύματα:
Εἴσατο δ᾽ ὡς ὅτε ῥινὸν ἐν ἠεροειδέϊ πόντῳ.
Άρα, αν ο Φανός είναι το νησί της Καλυψώς, το νησί αυτό είναι κοντά στη Σχερία. Αντί να χρειαστεί δεκαοκτώ ολόκληρες μέρες πλεύση για να αντικρίσει τις ακτές της Σχερίας, ο Οδυσσέας θα πρέπει να τις έβλεπε από το ίδιο το δάσος όπου κατασκεύαζε το πλεούμενό του. Ο Πλίνιος, ο Πτολεμαίος, ο Πομπώνιος Μέλας, ο Ανώνυμος της Ραβέννας, δεν δίνουν καμία διευκρίνιση ως προς το θέμα αυτό· αλλά μπορούμε να συμβουλευτούμε τον Γουντ και τους μεταγενέστερους που, αναφερόμενοι στη γεωγραφία του Ομήρου, τοποθετούν όλοι, μαζί με τον Στράβωνα, το νησί της Καλυψώς στις ακτές της Αφρικής, στη θάλασσα της Μάλτας.
Πάντως, θέλω με όλη μου την καρδιά να είναι ο Φανός το μαγεμένο νησί της Καλυψώς, αν και το μόνο που ανακάλυψα εκεί ήταν ένας μικρός σωρός από ασπριδερά βράχια: θα φύτευα, αν θέλετε, μαζί με τον Όμηρο, «ένα δάσος αποστεγνωμένο από την κάψα του ήλιου» πεύκα και κλήθρα φορτωμένα με φωλιές από κουρούνες, ή και, μαζί με τον Φενελόν, θα έβρισκα δάση από πορτοκαλόδεντρα και «βουνά που το περίεργο σχήμα τους φτιάχνει έναν ορίζοντα όπως τον φανταζόμαστε για την απόλαυση των ματιών». Δυστυχής εκείνος που δεν μπορεί να δει τη φύση με τα μάτια του Φενελόν¹¹ και του Ομήρου!
Ο άνεμος έπεσε γύρω στις οκτώ το βράδυ και καθώς η θάλασσα έγινε λάδι, το πλοίο έμεινε ακίνητο. Εκεί ήταν που απόλαυσα το πρώτο ηλιοβασίλεμα και την πρώτη νύχτα κάτω από τον ουρανό της Ελλάδας. Είχαμε στ’ αριστερά τα νησιά Φανός και Κόρκυρα που απλώνονταν ανατολικά: πάνω από αυτά τα νησιά διακρίναμε τα βουνά της γης της Ηπείρου· τα Ακροκεραύνια όρη που τα είχαμε περάσει σχημάτιζαν στον βορρά πίσω μας έναν κύκλο που έκλεινε στην είσοδο της Αδριατικής· στα δεξιά μας, δηλαδή στα δυτικά, ο ήλιος βασίλευε πέρα από τις ακτές του Οτράντο· μπροστά μας ήταν η ανοιχτή θάλασσα που απλωνόταν μέχρι τις ακτές της Αφρικής.
Τα χρώματα το δειλινό δεν ήταν ζωηρά· ο ήλιος κατέβαινε μέσα από τα σύννεφα και τα έβαφε ρόδινα· βυθίστηκε πίσω από τον ορίζοντα και για μισή ώρα ήρθε στη θέση του το λυκόφως. Κατά το πέρασμα αυτού του σύντομου λυκόφωτος, ο ουρανός είχε χρώμα λευκό στη δύση, απαλό γαλάζιο στην κορυφή και γκρίζο του μαργαριταριού στην ανατολή. Τα αστέρια διαπερνούσαν το ένα μετά το άλλο αυτό το θαυμάσιο πέτασμα· φαίνονταν μικρά αλλά λαμπερά· το φως τους όμως ήταν χρυσαφί και με μια λάμψη τόσο απαλή που δεν μπορώ να δώσω μια ιδέα της. Ο ορίζοντας της θάλασσας, ελαφρώς ομιχλώδης, ενωνόταν με τον ορίζοντα του ουρανού. Στην άκρη του νησιού Φανός ή Καλυψώ διέκρινες μια φωτιά που την είχαν ανάψει οι ψαράδες· με λίγη φαντασία, θα μπορούσα να δω τις Νύμφες να βάζουν φωτιά στο πλοίο του Τηλέμαχου...
Απόσπασμα από το βιβλίο του Φρανσουά ντε Σατωμπριάν: Οδοιπορικό από το Παρίσι στην Ιερουσαλήμ (Itinéraire de Paris à Jérusalem) του 1811.
Ο Φρανσουά ντε Σατωμπριάν, γνωστός και σαν Σατωβριάνδος ένθερμος φιλέλληνας, περιηγητής και συγγραφέας – υπηρέτησε ως διπλωμάτης και Πρέσβης της Γαλλίας σε διάφορες πρωτεύουσες της Ευρώπης, και χρημάτισε Υπουργός Εξωτερικών κατά την περίοδο 1823-1824. Υποστήριξε σθεναρά την Ελλάδα κατά την Επανάσταση του 1821.
Κατά την προεπαναστατική περίοδο ο Σατωβριάνδος μπορεί να χαρακτηρισθεί ως απλός περιηγητής, και ως ρομαντικός λογοτέχνης, που μελαγχολεί βλέποντας τους απογόνους των αρχαίων Ελλήνων να ζουν σε ελεεινή κατάσταση, υπόδουλοι ενός άξεστου δυνάστη.
Όμως με το ξέσπασμα της Επανάστασης, βλέποντας την αγωνιστικότητα των Ελλήνων από τη μια, και την εχθρική στάση των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης προς το αγωνιζόμενο ελληνικό έθνος, ο Σατωβριάνδος μεταμορφώνεται σε ένθερμο φιλέλληνα, και τάσσεται ανεπιφύλακτα υπέρ του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων.
Τον τίτλο του φιλέλληνα τον οφείλει κυρίως στο περίφημο «Υπόμνημα περί της Ελλάδος» (Note sur la Grėce, 1825), το οποίο κατά κάποιο τρόπο αποτέλεσε φιλελληνικό μανιφέστο κατά τη διάρκεια της ελληνικής Επανάστασης. Είναι αυτός ο ίδιος που, ως μη Έλλην, θα γράψει: «Ό,τι και αν συμβή, εγώ θ’ αποθάνω Έλλην»! σε επιστολή του που έχει γραφτεί στη Λοζάνη και φέρει ημερομηνία 28 Μαΐου 1826.




Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου